Sporades newspaper | ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΟΡΕΙΕΣ ΣΠΟΡΑΔΕΣ | email: 18154poulios@gmail.com | Tηλ. 6942 22 62 01

ΣΚΟΠΕΛΟΣ | ΑΦΟΙ ΠΡΟΒΙΑ I

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Θα σου δείξω εγώ!

της Παρασκευής Κουτούμπα
Η αγαπημένη του φράση. Από πιτσιρίκι. Τί από πιτσιρίκι, από κούνια. Από πριν γεννηθεί. Σίγουρα μέσα από την κοιλιά της κυρίας Αριστέας – της μαμάς του – αυτό πρωτοψέλλιζε πριν ακόμα πει «ουά». Η εκδίκηση στο αίμα του. Ακριβώς σαν τον παππού του, που του’ δωσε και όνομα και χάρη – πανέξυπνος άνθρωπος, που οι κακές γλώσσες της εποχής του λέγανε και καλά ότι ήταν δωσίλογος. Μωρέ ας τον έφταναν έστω και στο μικρό του δαχτυλάκι. Όλα τα σπίτια της γειτονιάς ψόφαγαν στην πείνα τότε στην κατοχή, και μονάχα το σπίτι του Παναγή ξεχείλιζε αλεύρια και ζάχαρες και βουτύρατα χωριάτικα. Ας είχαν κι οι άλλοι την ίδια εξυπνάδα να καταφέρνουν τους Γερμανούς να’ ναι με το μέρος τους. Πανέξυπνος ο παππούς, όλους τους έφερνε βόλτα. Αλλά και τη μανία των άλλων δεν την άντεχε. Ακούς να του πετάνε πέτρες οι πιτσιρικάδες στο δρόμο και να τον λένε προδότη; Και προπαντός εκείνο το χαμένο του γείτονα. Εμ, με αριστερό πατέρα, τί θα βγει και το παιδί. Δεν του τη χάρισε λοιπόν ο παππούς, Θεός σχωρέστον. Μέσα απ’ τους πρώτους που μάζεψαν, τότε που κάνανε ξαφνική έφοδο στη γειτονιά, ήτανε κι ο γείτονας το παλιοκομμούνι. Καλά να πάθει κι ο μικρός, τους καθώς πρέπει ανθρώπους δεν τους πειράζουνε.
Το 1963 άνοιξε για πρώτη φορά ο Παναγιώτης τα μάτια του σε τούτον δω τον κόσμο. Βέβαια με το που γεννήθηκε η κυρία Αριστέα φρόντισε να τον κάνει «Τάκη». Αρκετά το’ χε υποφέρει στη ζωή της το χοντροκομμένο χωριατοειδές «η κόρη του Πανάγου». Τώρα που η κόρη είχε πάρει μεγαλοδικηγόρο, όλα γύρω της έπρεπε πια...
να εξευγενιστούν-μαζί και το όνομα του βλασταριού της. «Τάκης» λοιπόν για το σπίτι, «Παναγιώτης» για το σχολείο. Και βέβαια τέρμα το χωριό, τώρα που ο μπαμπάς θα άνοιγε το νέο του γραφείο στην Αθήνα. Γιατί ήταν Αθηναίος ο μπαμπάς. Μεγαλοδικηγόρος από τους πιο γνωστούς – και με μεγάλα «δόντια» στην εξουσία βεβαίως. Με τη μαυραγορίτικη προίκα της η μαμά από τη μια, με τις πολιτικές γνωριμίες ο μπαμπάς απ’ την άλλη, καπάρωσαν αμέσως παλατάκι στα βόρεια προάστια κι ένα πολυτελές γραφείο στο κέντρο.
Τυχερός από πολλές μεριές λοιπόν ο «Τάκης». Άτυχος μόνο για ένα πράγμα: το ότι κληρονόμησε στο ακέραιο την κακιασμένη φύση του μακαρίτη παππού. Εκδικητικός σαν ελέφαντας, γρήγορα έγινε ο μικρός δικτατορίσκος του σπιτιού – η μαμά ούτε κατά διάνοια να μαλώσει το παιδί και να το τραυματίσει ψυχικώς. Και το κερασάκι στην τούρτα: ο μικρός συνδύασε το μαλαματένιο χαρακτήρα του παππού Πανάγου με την παροιμιώδη βλακεία του θείου Αγησίλαου. Ο μικρός αδερφός του μπαμπά, ο θείος Αγησίλαος, ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που γεννιούνται μόνο και μόνο για να κάθονται και για να ταλαιπωρούν τους άλλους. Είχε αγοράσει ένα πτυχίο στην Αγγλία – καλά καλά δεν ήξερε ακριβώς για ποια ειδικότητα, μόνο ότι είχε κάποια σχέση με το εμπόριο και με την αγορά. Αγόρασε και πλούσια σύζυγο. Κόρη Σαλονικιού κροίσου. Κουτί του ήρθε του Αγησίλαου. Λεφτά δικά του εννοείται δεν έβγαλε ποτέ. Δεν είχε εργαστεί ποτέ μα ποτέ στη ζωή του – αν και στα χαρτιά υποτίθεται ότι είχε αλυσίδα μπουτίκ στο Κολωνάκι, ανάθεμα όμως αν είχε ιδέα από εμπόριο. Απλώς εισοδηματίας ήταν. Άφηνε διευθυντές και υπαλλήλους να σπάζουν τα κόκκαλά τους και κείνος απλώς εισέπραττε. Πήγαινε τρεις τέσσερεις φορές το εξάμηνο για τα μάτια σε κάθε κατάστημα, γλυκομπάνιζε καμιά υπάλληλο, διάλεγε και καμιά καινούργια παραλαβή – και σε κοστούμι και σε υπάλληλο. Τα ραντεβού τα έκλεινε διακριτικά ο διευθυντής του καταστήματος. Τελείωνε απ’ αυτά και μην τον είδατε. Δεν καθόταν να δει πώς πάει η επιχείρηση, γιατί απλώς και να προσπαθούσε δε θα καταλάβαινε τίποτα. Δεν ήταν ακριβώς τεμπέλης, ήταν απλώς αθεράπευτα βλάκας. Πιο σωστά πανίβλακας. Καμάρωνε για τις ακριβοπληρωμένες κατακτήσεις του και πίστευε ότι ήταν μεγάλος εραστής. Στην πραγματικότητα, ήταν μεγάλος κερατούκλης. Η κυρία του φρόντιζε να του το ανταποδίδει και με το παραπάνω.
«Πανάγος» λοιπόν ο Τάκης στο χαρακτήρα, «Αγησίλαος» στα γράμματα. Όσο και να προσπαθούσαν να του τα χώσουν στο κεφάλι… τίποτα. Μπουμπούνας. Τον έβαλαν στο ακριβότερο σχολείο, ιδιωτικό εννοείται – τι, θα κάνουμε τσιγκουνιές; Ή θα καταδεχτούμε να ανακατευτεί το παιδί μας με τα βρωμόπαιδα του κάθε παλιομαχαλά; Και πηγαινοερχόταν ο Τάκης με τη σάκα του γεμάτη και με το κεφάλι άδειο. Δασκάλα κατ’ οίκον εννοείται πάντα υπήρχε, ποτέ δε διάβαζε μόνος του – αλλά κι αυτή τραβούσε το διάολό της όχι μόνο για να του δώσει να καταλάβει πέντε δέκα βασικά πράγματα, αλλά και για να υποφέρει τις απαιτήσεις του. Ο μικρός άλλοτε έτρωγε την ώρα του μαθήματος, πασαλειβόταν παγωτό ή γέμιζε τον τόπο τσιπς, άλλοτε έπαιζε μπάλα μέσα στο σπίτι σπάζοντας πολλές φορές κρύσταλλα και πορσελάνες, κι άλλες φορές όταν αποφάσιζε να στρωθεί σε καρέκλα άρχιζε να κάνει γκριμάτσες, να ξύνει τη μύτη του και να κάνει τη φουκαριάρα τη δασκάλα να θέλει να τον σφάξει στο γόνατο σαν τραγί κι ύστερα καπάκι να τη δώσει απ’ το παράθυρο να ησυχάσει μια για πάντα. Το μόνο που την παρηγορούσε ήταν η παχιά αμοιβή – α όλα κι όλα, η κυρία Αριστέα τσιγκουνιές δεν έκανε. Όταν πρόκειται για τη μόρφωση του παιδιού… Και η δασκάλα έφευγε ολίγον τραυματισμένη, ολίγον ψυχωτική και αρκετά καλοπληρωμένη. Στο κεφάλι του Τάκη μια φορά δεν είχε μπει ούτε ένα άλφα.
Κανονικά, με όλα αυτά ο Τάκης θα’ πρεπε να’ ναι ένα χαζό μεν, αλλά ευτυχισμένο αγγελούδι. Όλα στα πόδια του τα είχε. Κι όμως, από τον καιρό που πήγε σχολείο κι ανακατεύτηκε με άλλα παιδιά – το ίδιο καλοταϊσμένα και καλοζωισμένα με κείνον – κάτι άρχισε να τον ενοχλεί. Έγινε ακόμα πιο γκρινιάρης και κακότροπος. Στην αρχή, οι γονείς του ανησύχησαν: φαντάστηκαν χίλια δυο, ότι ίσως κάποιος συμμαθητής ή δάσκαλος κακομεταχειρίζεται το παιδί – ρώτησαν γνωστούς, πήγαν στη διευθύντρια του σχολείου, πήγαν σε παιδοψυχολόγο. Τίποτα, άκρη δε βγήκε. Κι όμως, ήταν απλό: ο Τάκης απλώς αντιδρούσε από τη φύση του στην ανθρώπινη επαφή. Τον ενοχλούσε η παρουσία των άλλων παιδιών μέσα στην αίθουσα. Ήθελε τη δασκάλα και την αίθουσα αποκλειστικά για τον εαυτό του: την αίθουσα για να την κάνει άνω κάτω και τη δασκάλα για να την παιδεύει. Όμως για πρώτη φορά του τα απαγόρευαν όλα αυτά. Στο σχολείο, τουλάχιστον. Κι επιπλέον, τον ενοχλούσε που μέσα στην τάξη εκτός από τους μπουμπούνες που ήταν σαν κι αυτόν υπήρχαν και τρεις-τέσσερεις πραγματικά καλοί μαθητές. Αυτούς ειδικά ο Τάκης δε μπορούσε να τους υποφέρει. Περνούσε βέβαια τις τάξεις, αφού τα παχιά δίδακτρα έπεφταν κανονικά και στην ώρα τους – όμως το κεφάλι του παρέμενε απελπιστικά άδειο. Κι όμως, παρ’ όλη τη φυσική βλακεία του καταλάβαινε το πόσο είχε μείνει πίσω σε διανοητικό επίπεδο. Και φυσικά λύσσαγε. «Θα σου δείξω εγώ!»
Φουντωμένος λοιπόν κάθε μεσημέρι, αφού δε μπορούσε να ξεσπάσει στο σχολείο, ξεσπούσε στο σπίτι. Κι όπως δεν του χαλούσε χατήρι κι η Αριστέα, εξελισσόταν σ’ ένα αξιολάτρευτο τερατάκι που ήθελες κιόλας να το σπάσεις στο ξύλο στα πρώτα πέντε λεπτά γνωριμίας. Είχε πλέον καβαλήσει για τα καλά τη μάνα του, τον πατέρα του κι όλο το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού – και βέβαια δασκάλες, παιδοψυχολόγους κι όλους όσοι είχαν να κάνουν με την ανατροφή του «διαδόχου».
Το μεγάλο αγκάθι όμως, που θα χωνόταν για καλά από τώρα και για τα μετέπειτα χρόνια στη μύτη του Τάκη, ήταν ο Γιώργος, ο γιος του κηπουρού. Στην ίδια ηλικία, αλλά μαθητής σε δημόσιο σχολείο. Τζάμπα σχολείο, δηλαδή. Φρίκη. Κι όμως, άριστος στα μαθήματα, λέγαν όλοι. Τον άκουσε μια μέρα κι ο ίδιος με τ’ αυτιά του: «Άριστα σε όλα, μπαμπά!» κι ο κηπουρός πέταξε τα σκαλιστήρια και τον σήκωσε στην αγκαλιά του. Σιγά το κατόρθωμα, να πάρει άριστα σ’ ένα βρωμοσχολείο που πάνε τα βρωμόπαιδα. Έτσι έλεγε η μαμά. Και κείνος «άριστα» έπαιρνε – όμως κάτι μέσα του του’ λεγε ότι μπροστά στο Γιώργο δεν έπιανε μπάζα. Και η επιβεβαίωση ερχόταν κάθε φορά που ο ίδιος, πεισματικά, του ζητούσε επίτηδες βοήθεια στα μαθήματα. Τον ρωτούσε διάφορα, με την κρυφή ελπίδα κάποια μέρα να τον ξεφτιλίσει. Κι όμως: ο Γιώργος τα έπαιζε όλα στα πέντε δάχτυλα, πανάθεμά τον. Ο Τάκης έβραζε – παράλληλα όμως σκεφτόταν ότι δε θα’ ταν άσχημα τουλάχιστον να επωφεληθεί. Άρχισε λοιπόν όλο και πιο συχνά να ζητάει τη βοήθειά του: ο Γιώργος από την άλλη, επειδή τον λυπόταν, έπαιρνε πολλές φορές το τετράδιο και του έλυνε προβλήματα, ή του έγραφε ασκήσεις. Και πάντα ολόσωστα, εννοείται. Και το αποκορύφωμα ήρθε όταν – στο γυμνάσιο, πια – ο Τάκης παρουσίασε στο Γιώργο ένα δύσκολο πρόβλημα στα μαθηματικά, κι ο Γιώργος το έλυσε μέσα σε λίγα λεπτά. Όταν όμως είδε τη λύση ο καθηγητής την άλλη μέρα, δεν πίστευε στα μάτια του: το γνωστό και μη εξαιρετέο στουρνάρι του είχε βρει μια εκπληκτική απόδειξη στο πρόβλημα, που ξέφευγε από τα καθιερωμένα και απαιτούσε πείρα μεγαλύτερη από της ηλικίας του. Στην αρχή έμεινε κάγκελο ο καθηγητής. Μετά, άρχισε να τον παινεύει μπροστά σ’ όλη την τάξη, με τα θερμότερα λόγια. Μόνο τα κλάματα που δεν έβαλε.
Κανονικά, ο Τάκης θα’ πρεπε να χαρεί. Κι όμως, δε χαιρόταν γιατί κατά βάθος το’ ξερε ότι τα «μπράβο» ήταν κλεμμένα. Ανήκαν σε άλλον. Ο ίδιος δεν ήταν ικανός να τα κερδίσει μόνος του. Τη δόξα του την είχε κλέψει άλλος. Αυτός, το αγκάθι του. Τον έπιασε η ίδια λύσσα. «Θα σου δείξω εγώ!» σκέφτηκε – και το’ δεσε κόμπο μέσα του. Πού, πότε, δεν είχε σημασία: κάποια μέρα θα φρόντιζε να τον εκδικηθεί.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα. Άλλαξαν πολλά.. Τα παιδιά τέλειωσαν το σχολείο – δηλαδή ο Γιώργος πήρε με άριστα το απολυτήριο, ενώ ο Τάκης αγόρασε με λεφτά του μπαμπά ένα απολυτήριο που έγραφε «άριστα» - η χώρα άλλαξε πολίτευμα, ο μπαμπάς του Τάκη άλλαξε πεποιθήσεις – τώρα ήταν πλέον δημοκράτης, από τους πιο θερμούς… Ο κηπουρός πήρε σύνταξη, έφυγε απ’ το σπίτι του μεγαλοδικηγόρου. Ο Γιώργος έδωσε πανελλήνιες και πέρασε από τους πρώτους στα μαθηματικά. Ο Τάκης έβγαλε εισιτήριο για το Λονδίνο για να νοικιάσει μεζονέτα και να πάει να γραφτεί σε μια σχολή που διάλεξε ο πατέρας του.
Έξι χρόνια μετά – και να ο Γιώργος καθηγητής κιόλας σε γυμνάσιο. Και με διδακτορικό ήδη σε εξέλιξη. Και παντρεμένος με τον εφηβικό του έρωτα – συμμαθήτρια από το δημόσιο «βρωμοσχολείο», επίσης σπασικλάκι σαν κι αυτόν που κατάφερε να σπουδάσει γιατρός και τώρα δούλευε σε δημόσιο νοσοκομείο.
Και να σου και καταφτάνει μια μαύρη κουρσάρα έξω από τη μονοκατοικία του μεγαλοδικηγόρου. Και βγαίνει κουστουμαρισμένος στην τρίχα, με πανάκριβο γυαλί και επίσης πανάκριβο βαλιτσάκι, και με μια επίσης πανάκριβα αγορασμένη μνηστή δίπλα του, ο κανακάρης της κυρίας Αριστέας. Που αφού αγόρασε ένα δίπλωμα και δύο μεταπτυχιακά-ο-Θεός-να-τα-κάνει, κι αφού ο μπαμπάς κατάφερε να μπαλώσει τα πράγματα ώστε να ξεμπερδέψουν και με το στρατιωτικό, επέστρεφε τώρα θριαμβευτής στην πατρική οικία του. Όλα ήταν ήδη κανονισμένα, το άρτι αφιχθέν βλαστάρι του μεγαλοδικηγόρου είχε πλέον όλα τα απαραίτητα προσόντα για να αρχίσει μια λαμπρή καριέρα. Ναι, σωστά καταλάβατε. Ο Τάκης θα πολιτευόταν. Το κόμμα του δημοκράτη πλέον μπαμπά του άνοιγε τις αγκάλες του, στις προσεχείς εκλογές θα ήταν στο συνδυασμό.
Δυόμισι χρόνια ακόμα: ο Γιώργος έπαιρνε το διδακτορικό του, γινόταν ήδη γυμνασιάρχης. Η γυναίκα του εξαιρετική γιατρός, διευθύντρια στο τμήμα της. Δυο κλασικοί «τίμιοι βλάκες», που αρνιούνταν πεισματικά βρώμικα λεφτά και φακελάκια και προτιμούσαν να ζουν με δυο μισθούς και με την ευτυχία τους. Ο Τάκης ήδη βουλευτής, του κυβερνώντος κόμματος εννοείται, ανέβαινε σταθερά στην πολιτική ιεραρχία. Τα μαθήματα που δεν πήρε ποτέ σ’ όλη του τη ζωή, τα έπαιρνε τώρα με ρυθμό αστραπής. Είχε πλούσια σύζυγο, κόρη εφοπλιστή, είχε ιδιαιτέρα γραμματέα, είχε σύμβουλο, νομικούς, παρατρεχάμενους. Είχε μια στρατιά εγκέφαλους να σκέφτονται γι’ αυτόν. Έμαθε τη μυστική γλώσσα της πολιτικής, έμαθε να διαβάζει ανάμεσα από τις γραμμές, να συνεννοείται συνθηματικά, να ελίσσεται προστατεύοντας τον εαυτό του από τις κακοτοπιές. Και ανέβαινε.
Λίγα χρόνια μετά. Να τος πια υπουργός Παιδείας ο Τάκης.. Ναι, ο Τάκης που ζητούσε τη βοήθεια ενός Γιώργου στα μαθηματικά. Και να σπάσει ο εξαποδώ το ποδάρι του, να τον καλέσουν στα εγκαίνια ενός νέου σχολείου. Εκεί, σε μια βρωμογειτονιά. Στα προσφυγικά. Ήταν υποχρεωμένος να πάει. Πήγε λοιπόν. Και τι να δει.. αυτός, το αγκάθι του. Λυκειάρχης. Και λαμπρός καθηγητής. Και με περγαμηνές. Και διδακτορικά. Κι όμως, ο ψωνάρας δίδασκε σε δημόσιο σχολείο. Έτσι, για να κάνει το σπουδαίο. Και τώρα να στέκεται απέναντί του, με το κεφάλι ψηλά, κι όλα πάνω του να φωνάζουν «είμαι ανώτερος από σένα, εγώ πέτυχα, τα κέρδισα όλα με το σπαθί μου, εσύ τί είσαι; Ένα μεγάλο, τεράστιο αγορασμένο μηδενικό…».
Σκυλομετάνιωσε που δέχτηκε να πάει στα εγκαίνια. Σκύλιασε που είδε τη γυναίκα του Γιώργου να τον κοιτάζει με λατρεία στα μάτια – εκείνος με τη δική του γυναίκα δεν κοιτάζονταν σχεδόν ποτέ. Όχι έτσι. Είχε αυτός τις γκόμενές του, είχε αυτή τους γκόμενούς της, μοιράζονταν την ίδια στέγη, το ίδιο τραπέζι και συχνά το ίδιο κρεβάτι. Και μέχρι εκεί. «Αυτό» δεν το’ χε ποτέ. Ήταν διπλωματούχος βλάκας κερατάς και το’ ξερε. Αλλά να τους βλέπει τώρα έτσι μπροστά στα μάτια του… «Θα μου το πληρώσεις!» άκουσε μέσα του το μικρό Τάκη να γρυλίζει με κακία.
Και να που ήρθε επιτέλους η ώρα: αυτή η ώρα που περίμενε ο Τάκης χρόνια και χρόνια. Η ώρα που – αυτός, το αγκάθι του – θα του το πλήρωνε. Πέρασαν οι μέρες του τότε, ήρθαν τα ζοφερά χρόνια του σήμερα: η ψεύτικη ευδαιμονία ψόφησε σαν σκνίπα, το χρυσό όνειρο διαλύθηκε. Η παράταξη του Τάκη – που βέβαια, μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα είχε σκαρφαλώσει και πάλι στην εξουσία – αποφάσισε ότι, αφού τα λεφτά δεν έφταναν για όλους, κάποιοι έπρεπε να πληρώσουν. Κάποιοι «τίμιοι βλάκες», σαν το Γιώργο και τη γυναίκα του. Ο Τάκης φυσικά, ολοπρόθυμα και υπάκουα, ακολούθησε την κυβερνητική γραμμή και προσυπέγραψε με τα μεγάλα αφεντικά τις μεγάλες συμφωνίες του κρατικού ξεπουλήματος. Πάντα με τελικό στόχο την ανάπτυξη. Του άρεσε του Τάκη αυτή η λέξη, τη μεταχειριζόταν συχνά στις δημόσιες εμφανίσεις του.
Άρχισαν οι απολύσεις και τα κλεισίματα σχολείων. Στο σχολείο που ήταν πλέον λυκειάρχης ο Γιώργος, πραγματική σφαγή. Έφυγαν παραπάνω από τους μισούς συνάδελφους, τα τμήματα συρρικνώθηκαν. Άδικα ο Γιώργος πλημμύριζε τον κόσμο επιστολές και διαμαρτυρίες, άδικα φώναζαν οι γονείς κι οι μαθητές. Σε λίγο ο Γιώργος είδε το μισθό του να κόβεται στο μισό. Την ίδια ώρα, η γυναίκα του μάθαινε ότι το νοσοκομείο κλείνει. Έτσι απλά. Γιατί, λέει, επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς ουσιαστικά να παράγει έργο. Δεν ήταν έργο οι δεκάδες ζωές που έσωζε η ίδια κι οι συνάδελφοί της εκεί μέσα λοιπόν. Και βγήκε στους δρόμους, και φώναξε. Ώσπου είδε μια μέρα το νοσοκομείο να της κλείνει την πόρτα.
Και να, Οκτώβρης του 2013. Όλοι πενηντάρηδες πλέον. Ο Τάκης, με αγορασμένο απολυτήριο, αγορασμένο πτυχίο, αγορασμένα μεταπτυχιακά, αγορασμένη σύζυγο – ένα από τα κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης. Και πάντα ο ίδιος αθεράπευτα κακιασμένος βλάκας. Κι από την άλλη, ο Γιώργος κι η – απολυμένη πλέον – γυναίκα του. Με αληθινά πτυχία, διδακτορικά, λαμπρή καριέρα κι οι δυο. Και με μισό μισθό. Συγχαρητήρια, Τάκη, τα κατάφερες επιτέλους.
Σας θυμίζει κάτι; Ε, λοιπόν, οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις, δεν είναι καθόλου μα καθόλου συμπτωματική.
Παρασκευή Κουτούμπα

Σκιάθος